γλαῦξ


γλαῦξ
сова

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "γλαῦξ" в других словарях:

  • γλαύξ — the little owl fem nom/voc sg (attic) γλαΰξ , γλαύξ the little owl fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλαῦξ — γλαύξ the little owl fem nom/voc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλαυξ — η βλ. γλαύκα …   Dictionary of Greek

  • γλαύκων — γλαύξ the little owl fem gen pl (attic) γλαΰκων , γλαύξ the little owl fem gen pl γλαῦκος fish of grey colour masc gen pl γλαυκόω dye blue grey imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) γλαυκόω dye blue grey imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλαυκί — γλαύξ the little owl fem dat sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλαυκῶν — γλαύξ the little owl fem gen pl (attic) γλαυκός gleaming fem gen pl γλαυκός gleaming masc/neut gen pl γλαυκόω dye blue grey pres part act masc voc sg (doric aeolic) γλαυκόω dye blue grey pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) γλαυκόω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλαυκός — γλαύξ the little owl fem gen sg (attic) γλαυκός gleaming masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλαυξί — γλαύξ the little owl fem dat pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλαυξίν — γλαύξ the little owl fem dat pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλαῦκα — γλαύξ the little owl fem acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλαῦκας — γλαύξ the little owl fem acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)